Ἐπιβατήριος λόγος ἐπὶ τῇ ἐνθρονίσει τοῦ ἐκλεγέντος
Μητροπολίτου Μαντινείας καὶ Κυνουρίας κ. Ἐπιφανίου,
ἐκφωνηθεὶς εἰς τὸν Μητρολιτικὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Βασιλείου ἐν
Τριπόλει, τὴν Πέμπτην 31ην Ὀκτωβρίου 2024
Μακαριώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα, Σεπτὲ Προκαθήμενε τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ελλάδος,
Σεβασμιώτατε ἅγιε Σπάρτης, Τοποτηρητὰ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας,
Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Πανοσιολογιώτατοι Καθηγούμενοι, σεβαστοὶ Πατέρες καὶ
ἱερολογιώτατοι Διάκονοι, ὁσιώταται Καθηγούμεναι,
εὐλαβέστατοι μοναχοὶ καὶ μοναχαί,
Ἀξιότιμε κ. Περιφερειάρχα,
Ἀξιότιμε κύριε Δήμαρχε,
Κύριοι ἐκπρόσωποι τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν,
δικαστικῶν, ἐκπαιδευτικῶν καὶ δημοτικῶν Ἀρχῶν, καὶ πάσης
ἄλλης ἀρχῆς τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς,2
Λίαν ἀγαπητοὶ χριστιανοί·
Μὲ τὴν τιμία ψῆφο τῶν σεβαστῶν ἀρχιερέων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐξελέγην Μητροπολίτης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ παροικεῖ στὴν ἱστορικὴ ἐπαρχία τῆς Μαντινείας καὶ τῆς Κυνουρίας τὴν 4ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. Ἡ διαδικασία αὐτὴ ὁλοκληρώνεται σήμερον, μὲ τὴν ἀκολουθία τῆς ἐνθρονίσεως καὶ τοῦ ἐπιβατηρίου μου λόγου, ἐνώπιον τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ αὐτὴν τὴ διαδικασία, ποὺ χάνεται μέσα στον χρόνο, συνέβαλε μία σειρὰ προσώπων, πολλῶν γνωστῶν καὶ ἄλλων ἀφανῶν, μὲ κορυφαῖο τοῦ χοροῦ τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κύριόν μοι κύριον Ἱερώνυμον, τὸν ὁποῖον ἐξαιρέτως καὶ πάλιν σήμερον εὐχαριστῶ εὐγνωμόνως. Πολλὰ ἀπὸ τὰ πρόσωπα αὐτὰ εὐχαρίστησα πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, τὴν Κυριακὴ 29 Ὀκτωβρίου 2023, στὸν χειροτονητήριο λόγο μου, ἐνῶ ἄλλα παρέλειψα νὰ εὐχαριστήσω, εἴτε λόγῳ οἰκονομίας χρόνου εἴτε κατ’ ἐπιθυμίαν τους.
Ἐγκαθίσταμαι σήμερα ἐνώπιόν σας, μὲ τὴν παρουσία κλήρου καὶ λαοῦ, εἰς τὸν περίπυστον θρόνον τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖον ἔχουν λαμπρύνει σπουδαῖοι ἐκκλησιαστικοὶ ἄνδρες, ἐν οἷς ὁ ἀγωνιστὴς τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 Θεοφάνης Σιατιστεύς, οἱ ἀείμνηστοι Ἱεράρχες Θεόκλητος Α΄, Προκόπιος, Γερμανός Β΄, Θεόκλητος Β΄, καθὼς καὶ ὁ προκάτοχός μου κυρὸς Ἀλέξανδρος.
Ἡ ἀκολουθία τῆς ἐνθρονίσεως οὐσιαστικὰ θέτει γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἐπίσκοπο ἐνώπιον τοῦ ποιμνίου του. Εἶναι ἡ πρώτη τους συνάντηση, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὶς συμβατικὲς χρονικὲς διαιρέσεις παρελθόντος, παρόντος καὶ μέλλοντος. Στὴν Ἐκκλησία τίποτα δὲν εἶναι ἄξαφνο καὶ τυχαῖο. Ὁ Θεὸς ἀπεργάζεται τὴν πορεία αὐτῆς τῆς συνάντησης, σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, μὲ τρόπους ἀνερμήνευτους. Κάθε συνάντηση, θεολογικά, ἐνέχει τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκπλήξεως. Διότι παραπέμπει πάντοτε στὴ μία καὶ μοναδικὴ συνάντηση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία συνέβη μὲ τὴ Δημιουργία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁλοκληρωθεῖ μὲ τὴ θέωσή της στὰ Ἔσχατα. Στὴν Ἐκκλησία προγευόμαστε αὐτὴν τὴν κατάσταση τῆς Ἔσχατης συνάντησης. Γι’ αὐτό, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ συνάντηση εἶναι πάντοτε μία ρωγμή, μία ἀπρόβλεπτη τομή. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴν ἔχει πάντοτε τὴ γεύση τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἐλπίδος γιὰ κάτι καινούργιο, τῆς τάξεως τοῦ μυστηρίου, γιατὶ κρύβει τὸ ἄγνωστο.
Ἡ συνάντηση τοῦ ἐπισκόπου μὲ τὸ ποίμνιό του δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμία ἄλλη συνάντηση μέσα στὴν ἱστορία. Δὲν ἔχει περιεχόμενο κοινωνικό, ψυχολογικὸ ἢ γνωσιακό, ἀλλὰ ἔχει4 περιεχόμενο ὀντολογικό. Διότι, γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτὴ ἡ συνάντηση, προϋποθέτει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου καὶ παραπέμπει σὲ αὐτό. Συναντοῦμε καὶ γνωρίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἐκκλησιαστικὰ μόνον μέσῳ τοῦ Χριστοῦ, ὄχι χωρὶς τὴ μεσολάβησή Του, ἀφετηριακῶς μὲ τὸ Νυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Μὲ αὐτὸ ὁ κόσμος, ἐνῶ εἶναι ὁ ἴδιος, τὴν ἴδια στιγμὴ δὲν εἶναι ὅπως ἦταν πρίν, καθὼς ἀναγεννήθηκε ἄνωθεν.
Ἡ συνάντησή μας ἔχει πρώτιστα χαρακτῆρα εἰκονολογικό, δηλαδὴ συμβολικό. Τὸ σύμβολο, ποὺ ὡς λέξη παράγεται ἀπὸ τὴ σύνθεση τῆς προθέσεως σὺν καὶ τοῦ ῥήματος βάλλω, παραπέμπει πάντοτε σὲ κάτι πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἡ Ἐκκλησία, στὸ πλαίσιο αὐτό, εἶναι ἡ «εἰκὼν τῆς οὐρανείου Ἐκκλησίας ἡ ἐπίγειος»1, ὅπως λέγει ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς. Ἡ Ἐκκλησία ἑπομένως, μέσα στὴν ἱστορία, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ σύνδεση Ἐκκλησίας καὶ Βασιλείας εἶναι μία θεμελιώδης ἐκκλησιολογικὴ ἀρχή. Κατ’ ἀναλογίαν, ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ἱερεῖς πάρεδροι τοῦ ἐπισκόπου κατ’ ἀναλογία τῶν Ἀποστόλων. Καὶ ἐσεῖς ὅλοι, ὡς πιστοί, εἰκονίζετε τὴν ἐσχατολογικὴ σύναξη τῶν διεσκορπισμένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἕν3, ὥστε νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν». Ἔτσι ἡ Βασιλεία φανερώνεται ἤδη ἂν καὶ ὄχι ἀκόμη μέσα στὴν ἱστορία στὴν θεία Εὐχαριστία, στὴ λατρευτικὴ σύναξη τῶν πιστῶν πέριξ τοῦ ἐπισκόπου. Ἐκεῖ θυμόμαστε καὶ εὐχαριστοῦμε ὄχι μόνο γιὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν Τάφο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὡς νὰ ἔχει ἤδη γίνει.
Ἔτσι συναντώμαστε, γνωριζόμαστε καὶ ὑπάρχουμε ἐκκλησιαστικά. Δὲν νοεῖται ὁ ἐπίσκοπος χωρὶς τοὺς πιστοὺς καὶ οἱ πιστοὶ χωρὶς τὸν ἐπίσκοπο. Γι’ αὐτό, «ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ καὶ ἡ Ἐκκλησία»7. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο, «ὅπου φανεῖ ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ νὰ εἶναι καὶ ὁ λαός, ὅπως ἀκριβῶς ὅπου εἶναι ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ ὅλη Ἐκκλησία».
Γι’ αὐτὸ σήμερα ἐδῶ δὲν ἔρχομαι ὡς ἄτομο, ἀλλὰ παραπεμπτικῶς «εἰς τύπον καὶ τόπον» Χριστοῦ. Ἔρχομαι στὸ ὄνομά Του, γιὰ νὰ μαρτυρῶ περὶ τῆς ἀληθείας Του. Γι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχω χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς ὅμως, τὸν Ὁποῖον εἰκονίζω, πλέον δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς τὸ σῶμα Του. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν νοεῖται ἐπίσκοπος χωρὶς ποίμνιο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, καὶ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐπεκράτησε ὁ ἑκασταχοῦ ἐπίσκοπος νὰ προσδιορίζεται ὄχι μὲ τὸ κοσμικό του ἐπώνυμο, ἀλλὰ μὲ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως καὶ τῆς περιοχῆς τῆς ὁποίας προΐσταται.
Ἀλλὰ καὶ ἡ δική σας ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τῶν λαϊκῶν χριστιανῶν δὲν εἶναι μία ἀτομικὴ πορεία, οὔτε τοποθετεῖται οὔτε μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ σὲ μία ψυχολογική, διανοητικὴ ἢ ἄλλη ἀδιαμεσολάβητη βάση. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία λαμβάνει ὑπόσταση ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἔχει προτεραιότητα στὴ ζωή τους. Αὐτὴ ἡ προτεραιότητα ὅμως ἀποδεικύεται ἐὰν ὑφίσταται ἢ ὄχι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀντλεῖ ταυτότητα ἀπὸ τὴν Ἐρχόμενη Βασιλεία, ἄλλο τόσο καὶ ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ ἀντλεῖ τὴν ταυτότητά του ὄχι ἀπὸ βιολογικές, κοσμικές, κοινωνικὲς καὶ διανοητικὲς βεβαιότητες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Ἐρχόμενο Χριστὸ ἐν τῷ ἐπισκόπῳ καὶ διὰ τοῦ ἐπισκόπου, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας.
Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνδέει τὴν πίστη ὄχι μὲ ἱστορικὲς βεβαιότητες ἀλλὰ μὲ πράγματα ποὺ δὲν βλέπονται καὶ δὲν ἐλέγχονται, μὲ βεβαιότητες δηλαδὴ ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸ μέλλον. Ἡ συσχέτιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ταυτότητας μὲ κάτι μελλοντικὸ εἶναι πολὺ ἔντονη στὰ λόγια τῆς κλήσεως τοῦ Ἀβραάμ: «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ ζήτησε νὰ μὴν ἀντλεῖ ταυτότητα οὔτε ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν οὔτε ἀκόμη ἀπὸ τὸ ἱστορικό του μέλλον, τὸ ἴδιο τὸ παιδί του. Κλήθηκε νὰ θέσει πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς βιολογικὲς βεβαιότητές του τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἐκ τούτου, «δὲν ἔρχομαι ἐδῶ γιὰ νὰ ἀσκήσω κάποια μορφὴ ἐξουσίας, κοινωνικῆς, πολιτικῆς ἢ ὁποιασδήποτε ἄλλης φύσεως, εἴτε νὰ ὑποκαταστήσω ὁποιονδήποτε ἄλλο θεσμὸ ἢ κοινωνικὸ φορέα. Δὲν χρειάζεστε ἕναν ἀκόμη περιφερειάρχη ἢ ἕναν ἀκόμη δήμαρχο ἢ ἕναν ἀκόμη δικαστὴ ἢ ψυχολόγο, ἢ ἄλλη θεσμικὴ ἀρχὴ ἢ λειτουργό». Ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν, καὶ μάλιστα οἱ ἐκπρόσωποί σας, ὅπως μαθαίνω ἀπὸ τὶς πρῶτες μου συναντήσεις, προσπαθοῦν νὰ κάνουν, στὸ μέτρο τοῦ ἐφικτοῦ, τὰ καλύτερα γιὰ ἐσᾶς. Καὶ γι’ αὐτό, καὶ ἀπὸ τὴ θέση μου αὐτή, τοὺς τιμῶ καὶ τοὺς συγχαίρω.
Δὲν ἔρχομαι ἐδῶ πρωτευόντως γιὰ νὰ καλύψω ἢ νὰ ἐνισχύσω συναισθηματικές, ἠθικιστικὲς ἢ ψυχολογικὲς ἢ ἄλλες ἀνάγκες. Ἐδῶ ἔρχομαι κυρίως γιὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τί εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή. Καὶ ἡ μόνη ἀληθινὴ ζωή, γιὰ τὴ θεολογία μας, πηγάζει ἀπὸ τὴ σχέση μας μὲ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποῖα συγκροτεῖ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ἔρχομαι γιὰ νὰ ἐμφυσήσω ἐπιπλέον τὸ Πνεῦμα Ζωῆς σὲ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν. Ὅσοι βρίσκεστε ἤδη ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, αὐθωρεὶ καὶ παραχρῆμα, στὸν βαθμὸ ποὺ τὸ ὀστράκινο σκεῦος τοῦ καθενὸς τὸ ἐπιτρέπει, ἀποτελεῖτε δοχεῖα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶστε φάροι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κρυφθοῦν ἀπὸ τὸ μόδιον. Εἶστε ὁδοδεῖκτες ἑνὸς ἄλλου τρόπου ζωῆς. Χωρὶς νὰ ξεχωρίζετε ἀπὸ τὸν κόσμο, ἐνδιαφέρεστε γιὰ τὸν κόσμο ἀλλὰ ἐν τούτοις διαφέρετε ἀπὸ τὸν κόσμο.
Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι ὅ,τι πιὸ δημιουργικὸ ἔχει ὁ κόσμος, ὅ,τι πιὸ φιλάνθρωπο καὶ ἀγαπητικὸ διαθέτει. Ἐνδια- φέρεται γιὰ τὸν κόσμο, ἀκόμη καὶ στὴ χειρότερή του ἐκδοχή. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς δὲν κατακρίνει τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ τοὺς κατανοεῖ καὶ τοὺς συγχωρεῖ. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ το σκουπιδάκι στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ του ἀλλὰ μὲ τὴν ἀφαίρεση τοῦ δοκαριοῦ ἀπὸ τὸ δικό του μάτι. Ἔτσι γίνεται τὸ ἁλάτι ποὺ νοστιμεύει καὶ δίνει γεύση ζωῆς στὸν κόσμο.
Ἡ πρωταρχικὴ ἀποστολὴ τοῦ ἐπισκόπου εἶναι νὰ προβάλλει στὸ ποίμνιό του τὴν ἀλήθεια· νὰ ἀναδέχεται ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἐντάσσει στὴν Ἐκκλησία, προκειμένου ἐν Χριστῷ καὶ Πνεύματι ἁγίῳ νὰ ἀνακαινίζονται καὶ νὰ μετα- μορφώνονται μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια καὶ τὸ ἀσκητικὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία ὡς Κοινότητα κινεῖται μέσα στὴν κοσμικὴ ἱστορία, συχνὰ κινδυνεύει νὰ ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ αὐτήν. Γιατὶ ἡ κοσμικὴ ἱστορία προέκυψε ἀπὸ τὴν κατάργηση τῆς διαφορᾶς-ἑτερότητας μεταξὺ κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια τὴν ἀπόρριψη τῆς διαμεσολάβησης τοῦ Θεοῦ στὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴ θέωση καὶ στὴν ἑστίασή του στὴν κάλυψη τῶν φυσικῶν βιοτικῶν του ἀναγκῶν. Θυμηθεῖτε τὴν Παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου14, ὅπου ὅλοι οἱ προσκεκλημένοι ἀρνήθηκαν νὰ παραστοῦν, θέτοντας ἕκαστος ὡς προτεραιότητα κάποια ἄλλη, βιοτικὴ ἀνάγκη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος τοποθετεῖ τὸ ζήτημα σὲ ἄλλο ἐπίπεδο, ὅταν λέγει: «μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες· τί φάγωμεν; ἤ· τί πίωμεν; ἤ· τί περιβαλώμεθα; … ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ».
Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὑποτίμηση τῶν ὑλικῶν καὶ μὴ ἀναγκῶν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποδώσουμε τὴν πραγματικὴ ἀξία στὶς ὑλικὲς ἀνάγκες, ὀφείλουμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ τὸν προσέλαβε ὁ Χριστός. Τὸ ὑλικὸ στοιχεῖο εἶναι ἀπολύτως σημαντικό, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴ Σάρκωση λαμβάνει ὕλη. Ὁπότε, δὲν ὑποτιμᾶται τὸ ὑλικὸ στοιχεῖο. Ὅμως, ἐκτὸς σχέσεως τὸ ὑλικὸ στοιχεῖο παραπαίει. Ἔχετε δεῖ ἀνθρώπους πού, ἀκόμη κι ἂν ἱκανοποιοῦν ὅλες τὶς βιολογικὲς καὶ κοσμικές τους ἀνάγκες, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ποτὲ εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴ ζωή τους. Ἀναρωτηθήκαμε ποτὲ κατὰ βάθος γιατί; Γιατὶ ἕνας ἄνθρωπος δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ὅταν δὲν τοῦ λείπει τίποτε σὲ ἐπίπεδο ὑλικό; Γιατὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι, πέρα ἀπὸ τὴν κάλυψη τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν, ὑπάρχει ἕνα ἄλλο αἴτημα γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, πιὸ σημαντικό. Ὁ μόνος δὲ λόγος ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει νόημα στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν».
Ἑπομένως, οἱ ἄνθρωποι «δὲν πάσχουμε ἀπὸ ἔλλειψη τροφῆς, ἔνδυσης, ζέστης, ἀλλὰ ἀπὸ ἔλλειψη αὐθεντικῆς, ἀληθινῆς σχέσεως». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος λύσει τὴ βασική του σχέση μὲ τὸν Θεό, τότε, στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, ὅλες οἱ φυσικές του ἀνάγκες θὰ ἱκανοποιηθοῦν. Ἀλλὰ κι ἂν δὲν ἱκανοποιηθοῦν, ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἀπελπίζεται. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεάνθρωπος λέγει: «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκ- πορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ».
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἀλλάζει πραγματικὰ ὁ κόσμος θεσμικά, διὰ νόμων καὶ ὀργανώσεων, ἀλλὰ μόνον μέσῳ μιᾶς ἀγαπητικῆς σχέσεως. Καὶ σχέση γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία σημαίνει κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σημαίνει νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἄλλον ἐλεύθερα, χωρὶς προϋποθέσεις, ὅπως ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ὅρισε τὸ σημεῖο ἐκκίνησης τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἐχθρό. Μόνον ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀγαπᾶ τὸν ἐχθρό του ἀγαπᾶ πραγματικὰ τὸν Θεό.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ποιότητά μας ἀποκαλύπτεται μόνο στὸν τρόπο ποὺ σχετιζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ τὸ περιβάλλον. Ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἐὰν πεῖς ὅτι ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ καὶ μισεῖς τὸν ἀδελφό σου, εἶσαι ψεύτης». Ὅμως στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία γενικὰ διαπιστώνεται νὰ κυρι- αρχεῖ τὸ μῖσος. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος ἔγινε ἀποδέκτης τοῦ ἀνθρώπινου μίσους, τῆς ἀνθρώπινης κακίας, τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κυρίως οἱ Μάρτυρες, ἔχουν συχνὰ γίνει ἀποδέκτες τῆς ἄρνησης τοῦ ἄλλου, τοῦ ξένου. Γνωρίζετε καλὰ ὅτι τὸ μῖσος, ὁ φθόνος, ἡ ζήλεια ἔχουν ἐξαφανίσει ὄχι μόνον ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρους λαούς. Σκεφθεῖτε πόσες γενοκτονίες ἔχει βιώσει καὶ βιώνει ἡ ἀνθρωπότητα, τοὺς πολέμους στὴν ἐποχή μας!
Ἡ ἑκασταχοῦ ἐκκλησιαστικὴ Κοινότητα, σὲ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ φροντίζει ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν. Δὲν μένει ἀδιάφορη στὰ κοινωνικὰ προβλήματά τους. Ταυτόχρονα ὅμως, καὶ ὡς πολῖτες μέσα στὶς κοινωνίες, οἱ χριστιανοὶ ἀγκαλιάζουν, τὸν ἄπορο, τὸν ἄστεγο, τὸν ἀσθενῆ, τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον δὲν μπορεῖ νὰ ταυτίζεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ τοῦ Ντοστογιέφσκι, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τὴ φιλανθρωπία μὲ σκοπὸ νὰ ἐλέγχει τοὺς ἄλλους. Προτείνει στὸν Χριστὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμιά. Νὰ κάνει θαύματα καὶ σημεῖα μὲ ἕναν μόνο σκοπό: νὰ ἐξουσιάζει τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν θέλει καμμία πίστη προ- ερχόμενη ἀπὸ ἐξαναγκασμό, πειθὼ ἢ θαύματα.
Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, ὁ εὐαγγελικὸς Λόγος μᾶς λέγει: «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Εἶναι τὸ πιὸ ἁπλό, προσληπτό, ἀλλὰ καὶ τὸ πιὸ δυσεύρετο πρᾶγμα στὸν κόσμο. «Τὸ νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἄλλον ὅπως τὸν ἑαυτό σου σημαίνει ὅτι ἀντιλαμβάνεσαι τὴν ὕπαρξή σου ὄχι ὡς ἕνα φυσικὸ γεγονός, ὅπως τὸ φῶς ἢ τὸν ἀέρα, ἀλλὰ ὡς ἕνα προσωπικὸ συνταρακτικὸ γεγονός, ποὺ εὐρύνει καὶ ἐμπλουτίζει γιὰ πάντα τὴν ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου περὶ τοῦ κόσμου».
Σὲ ὅ,τι καλὸ εἶχαν πρωτοστατήσει οἱ προκάτοχοί μου, καὶ ἰδίως ὁ κυρὸς Ἀλέξανδρος, μαζὶ μὲ ὅλους ἐσᾶς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, θὰ τὸ ἀναπτύξω ὅσο γίνεται περισσότερο. Εὐλογημένη ἦταν καὶ ἡ τοποτηρητεία γιὰ ἕναν περίπου χρόνο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης κ. Εὐσταθίου. Ὅλοι θὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀπαράμιλλη εὐγένειά του. Θὰ ἀσχοληθῶ προσωπικῶς μὲ ὅλες τὶς ἐνορίες, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν πιὸ ἀπομακρυσμένη, καὶ μὲ καθεμία ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς καὶ σπουδαῖες ἱερὲς μονές μας. Ἀλλὰ ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειές μου καὶ ἡ δική σας συνεργία, ἂν δὲν χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν μεταξύ μας ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία, ὅπως ὁ Κύριος τὶς ἀποκαλύπτει κι ὄχι ὅπως ἐμεῖς τὶς ἐννοοῦμε, θὰ εἶναι «τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων».
Ἀλλὰ ἡ ὅποια διακονία μου εἶναι συν-διακονία μας, ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς τοὺς λίαν προσφιλεῖς δι’ ἐμὲ κληρικοὺς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτοὶ γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε ὅτι εἶναι ἀνώτεροι ἀγγέλλων καὶ βασιλέων. Γιὰ τὸν καθένα κληρικὸ θὰ εἶμαι ἀρωγὸς σὲ καθετὶ ποὺ συμβαδίζει μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καθότι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ δὲν ἐνέχει ἀσυδοσία. Ἀπεναντίας, ὑπάρχει ἱεραρχία, τάξις, εὐπρέπεια.
Ἑπομένως, ἐδῶ δὲν ἦλθα γιὰ νὰ σᾶς ὀργανώσω μὲ ἕναν τρόπο κοσμικό, ἐξουσιαστικό, ἀλλὰ ἦλθα γιὰ νὰ σᾶς ἐνθαρρύνω, νὰ σᾶς ἐνισχύσω, νὰ ἐνδυναμώσω τὸ Πνεῦμα Ζωῆς καὶ ἐλπίδος ποὺ φέρετε, ὥστε ὁ κάθε χριστιανὸς καὶ ἡ κάθε ἐνοριακὴ κοινότητα καὶ μοναστικὴ ἀδελφότητα νὰ ἐνεργοποιηθεῖ ἀκόμη περισσότερο στὸ μέτρο τοῦ ἐφικτοῦ. Στὸν βαθμὸ ποὺ αὐτὸ θὰ πραγματοποιεῖται, ὁ μικρός μας αὐτὸς τόπος, ἀλλὰ καὶ σπουδαῖος καὶ ἁγιασμένος ἀπὸ μία χορεία Ἁγίων καὶ Νέο-μαρτύρων, καθὼς καὶ ἔνδοξος ἀπὸ μία σειρὰ ἡρώων, θὰ πλημμυρίζει καὶ ἀπὸ ἔργα φιλανθρωπίας, κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, ἐκκλησιαστικῆς προσ- φορᾶς καὶ διακονίας. Κυρίως ὅμως θὰ ἐκπέμπει αἰσιοδοξία, ἐλπίδα, χαρὰ καὶ ὄχι ἀπελπισία, θλίψη, κατάθλιψη. Ὁ ρόλος μου λοιπὸν ὡς ἐπισκόπου δὲν εἶναι νὰ σᾶς ὑποκαταστήσω σὲ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε νὰ κάνετε ἐσεῖς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐνισχύσω καὶ νὰ συμπληρώσω τὸ ὑστέρημα ὑμῶν ὥστε νὰ τὸ πράξετε καὶ νὰ τὸ αὐξήσετε «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις, χαίρω ἐν Χριστῷ γι’ αὐτήν μας τὴ συνάντηση. Εἶμαι ὑπερήφανος γιὰ σᾶς καὶ θὰ εὔχομαι συνεχῶς καὶ διαρκῶς ὁ Θεάνθρωπος νὰ σᾶς χαρίζει ὅλες τὶς ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις ὥστε νὰ ἀφουγκράζεστε τὸ θέλημα τοῦ θεανθρώπου καὶ νὰ εὐχαριστεῖτε ἐν παντὶ καὶ πάντοτε.
Νὰ εἶστε ὅλοι εὐλογημένοι! Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν
ὑπομονὴ καὶ τὸν κόπο τῆς ἐδῶ παρουσίας σας.